αὐτοάπειρος

αὐτο-άπειρος, ον,
A infinite in itself, Plot.2.4.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοάπειρος — αὐτοάπειρος ον (Α) άπειρος καθ εαυτόν, ο πραγματικά άπειρος …   Dictionary of Greek

  • αὐτοάπειρον — αὐτοάπειρος infinite in itself masc/fem acc sg αὐτοάπειρος infinite in itself neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτο- — [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτός. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με ιδιαίτερη επίδοση στη μεθομηρική και όψιμη Ελληνική καθώς και στη Νεοελληνική. Κατά τη σύνθεση, ο τ. εμφανίζεται κανονικά με έκθλιψη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.